Γράφει: Τσιριγώτης Θεόδωρος
Ο πόλεμος παρουσιάζεται συχνά ως εκτροπή της ιστορίας, ως μια στιγμή κατά την οποία ο πολιτισμός χάνει προσωρινά τον έλεγχο. Πρόκειται για μια παρηγορητική αλλά μάλλον αφελή ιδέα. Η ιστορία δείχνει ότι ο πόλεμος δεν είναι απλώς διακοπή της κανονικότητας· είναι ένας από τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους η κανονικότητα επαναπροσδιορίζεται. Οι κοινωνίες δεν καταρρέουν μόνο από τον πόλεμο· αναδιοργανώνονται μέσω αυτού.
Όταν ξεσπά μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας, η καταστροφή δεν αφορά μόνο τις υλικές δομές — πόλεις, θεσμούς, οικονομίες. Διαλύεται επίσης το συμβολικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι άνθρωποι κατανοούν την έννοια της τάξης. Οι έννοιες της ασφάλειας, της δικαιοσύνης, της ευθύνης και της πολιτικής κοινότητας μετατοπίζονται. Με αυτή την έννοια, ο πόλεμος λειτουργεί ως μια βίαιη κοσμογονία: μια μετάβαση από έναν κόσμο σε έναν άλλο.
Η έννοια της κοσμογονίας είναι παλαιότερη από την πολιτική θεωρία. Στη Θεογονία του Ησίοδου, ο κόσμος γεννιέται από το Χάος. Το Χάος δεν είναι ηθική παρακμή αλλά μια αδιαφοροποίητη κατάσταση πριν από κάθε μορφή οργάνωσης (Hesiod, c. 8th BCE). Η τάξη προκύπτει μέσα από συγκρούσεις, ανατροπές και ιεραρχήσεις. Αν απομακρύνουμε το μυθολογικό στοιχείο, η δομή αυτή θυμίζει έντονα την πολιτική πραγματικότητα: κάθε νέα τάξη πραγμάτων εγκαθιδρύεται μέσα από ρήξεις.
Στη σύγχρονη πολιτική σκέψη, ο Carl Schmitt υποστήριξε ότι το πολιτικό συγκροτείται γύρω από τη διάκριση φίλου και εχθρού (Schmitt, 1932/1996). Όσο αυτή η διάκριση παραμένει συμβολική, οι κοινωνίες λειτουργούν μέσω διαπραγμάτευσης. Όταν όμως μετατρέπεται σε υπαρξιακή αντίθεση, εμφανίζεται ο πόλεμος. Ο εχθρός δεν είναι πλέον αντίπαλος αλλά απειλή προς εξάλειψη. Η νέα τάξη που προκύπτει δεν είναι απλώς αποτέλεσμα στρατιωτικής νίκης· είναι προϊόν ενός νέου ορίου μεταξύ ένταξης και αποκλεισμού.
Η ψυχαναλυτική θεωρία επιτρέπει να δούμε αυτή τη διαδικασία σε βαθύτερο επίπεδο. Ο Sigmund Freud εισήγαγε την έννοια της ορμής θανάτου ως τάση αποσύνδεσης και επιστροφής στο άμορφο (Freud, 1920). Στον Πολιτισμό και τις Δυσφορίες του (Freud, 1930) υποστήριξε ότι ο πολιτισμός συγκρατεί την επιθετικότητα μέσω θεσμικών και συμβολικών μηχανισμών. Ωστόσο, η επιθετικότητα δεν εξαφανίζεται· μετασχηματίζεται και συσσωρεύεται. Όταν οι κοινωνικοί θεσμοί δεν μπορούν πλέον να τη μεταβολίσουν, επανεμφανίζεται με συλλογική μορφή.
Από αυτή την οπτική, ο πόλεμος δεν είναι απλώς πολιτική απόφαση αλλά και κοινωνικό σύμπτωμα. Εκφράζει τη στιγμή κατά την οποία οι μηχανισμοί συμβολικής επεξεργασίας της επιθετικότητας αποτυγχάνουν.
Η Melanie Klein περιέγραψε μια πρώιμη ψυχική κατάσταση —την παρανοειδο-σχιζοειδή θέση— στην οποία ο κόσμος διαιρείται σε «καλό» και «κακό» αντικείμενο (Klein, 1946). Σε αυτή τη λογική, η αμφιθυμία είναι αδύνατη και η πολυπλοκότητα απειλητική. Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς αυτή τη δομή στον δημόσιο λόγο σε περιόδους πολέμου: η πραγματικότητα απλοποιείται δραστικά, οι κοινωνίες αναζητούν καθαρές ταυτότητες και ο εχθρός παρουσιάζεται ως απόλυτο κακό.
Η κοινωνιολογική διάσταση αυτής της διαδικασίας είναι εξίσου σημαντική. Ο Pierre Bourdieu έδειξε ότι κάθε κοινωνική τάξη πραγμάτων στηρίζεται σε ένα σύστημα συμβολικής νομιμοποίησης (Bourdieu, 1991). Οι πόλεμοι δεν κερδίζονται μόνο στρατιωτικά αλλά και στο επίπεδο της αφήγησης. Δημιουργούνται νέες έννοιες, νέες κατηγορίες, νέα αυτονόητα. Η βία μετατρέπεται σε ιστορική αναγκαιότητα μέσα από τον λόγο που την περιγράφει.
Ταυτόχρονα, ενεργοποιείται η βιοπολιτική διάσταση της εξουσίας. Ο Michel Foucault ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο τα σύγχρονα κράτη διαχειρίζονται τη ζωή και τον θάνατο μέσω μηχανισμών εξουσίας (Foucault, 1976). Σε περιόδους πολέμου αυτή η διαχείριση γίνεται εμφανής: ορισμένες ζωές προστατεύονται, άλλες καθίστανται αναλώσιμες. Η εξαίρεση μετατρέπεται σε κανονικότητα. Ο Giorgio Agamben υποστήριξε ότι η «κατάσταση εξαίρεσης» τείνει να εγκαθιδρυθεί ως μόνιμο καθεστώς διακυβέρνησης (Agamben, 1998). Σε τέτοιες συνθήκες, ο νόμος δεν καταργείται αλλά αναστέλλεται επιλεκτικά. Έτσι ο νέος κόσμος που προκύπτει από τον πόλεμο θεμελιώνεται όχι μόνο σε νέους θεσμούς αλλά και σε νέες μορφές αποκλεισμού.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα του «τέλους του κόσμου» αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν αναφέρεται απαραίτητα σε φυσική καταστροφή αλλά σε κατάρρευση νοήματος. Όταν οι έννοιες της δικαιοσύνης, της ευθύνης και της ανθρώπινης αξίας παύουν να έχουν σταθερό σημείο αναφοράς, ο κόσμος —ως κοινό συμβολικό πλαίσιο— αρχίζει να διαλύεται.
Η βίαιη επανίδρυση του κόσμου είναι ελκυστική επειδή υπόσχεται καθαρότητα. Μετά την καταστροφή, οι ταυτότητες φαίνονται πιο σαφείς και τα όρια πιο ευδιάκριτα. Όμως αυτή η καθαρότητα είναι προσωρινή. Κάθε κόσμος που γεννιέται μέσα από τη βία φέρει μέσα του το ίχνος της σύγκρουσης που τον δημιούργησε. Ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν η ιστορία θα συνεχίσει να παράγει πολέμους. Το ερώτημα είναι αν οι κοινωνίες μπορούν να αναπτύξουν μορφές επανίδρυσης που δεν βασίζονται στην καταστροφή. Μέχρι τότε, κάθε νέα τάξη θα εξακολουθεί να αναδύεται από τα ερείπια της προηγούμενης.
Βιβλιογραφία
Agamben, G. (1998) Homo Sacer: Sovereign Power and Bare Life. Stanford: Stanford University Press.
Bourdieu, P. (1991) Language and Symbolic Power. Cambridge: Polity Press.
Foucault, M. (1976) Society Must Be Defended. New York: Picador.
Freud, S. (1920) Beyond the Pleasure Principle. London: Hogarth Press.
Freud, S. (1930) Civilization and Its Discontents. London: Hogarth Press.
Klein, M. (1946) ‘Notes on Some Schizoid Mechanisms’, International Journal of Psychoanalysis, 27.
Schmitt, C. (1932/1996) The Concept of the Political. Chicago: University of Chicago Press.
Hesiod (c. 8th century BCE) Theogony. Various editions.

