0
No products in the cart.
0
No products in the cart.

Όταν το πλαίσιο δοκιμάζεται: σκέψεις για την ψυχοθεραπεία σε καιρούς αστάθειας

Περιεχόμενα

Γράφει: Τσιριγώτης Θεόδωρος – Κλινικός Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπευτής

Σκέψεις για το επάγγελμα της ψυχοθεραπείας μέσα σε ένα ασταθές κοινωνικό και θεσμικό περιβάλλον, από ψυχαναλυτική και συστημική σκοπιά.

Η αναστάτωση που παρατηρείται αυτή την περίοδο στον χώρο της ψυχοθεραπείας περιγράφεται συχνά με θεσμικούς όρους: ρυθμίσεις, άδειες άσκησης, επαγγελματικά δικαιώματα, τίτλοι και όρια αρμοδιοτήτων. Πρόκειται για μια αναγκαία περιγραφή, αλλά όχι για μια επαρκή κατανόηση. Κάτω από το επίπεδο των γεγονότων αναπτύσσεται ένα σύνθετο ψυχικό πεδίο, όπου ενεργοποιούνται ασυνείδητες διεργασίες άγχους, άμυνας και σύγκρουσης. Το παρόν κείμενο επιχειρεί να φωτίσει αυτή την αβεβαιότητα μέσα από ευρύτερες ψυχαναλυτικές και συστημικές έννοιες, εστιάζοντας όχι στο «ποιος έχει δίκιο», αλλά στο τι μας συμβαίνει ως επάγγελμα.

Από ψυχοδυναμική και συστημική σκοπιά, τα επαγγέλματα νοούνται ως ζωντανά συστήματα που οργανώνονται γύρω από ένα πρωταρχικό έργο και καλούνται να το υπηρετούν υπό συνθήκες εγγενούς αβεβαιότητας (Bion, 1961· Armstrong, 2005). Όταν το πρωταρχικό έργο θολώνει ή απειλείται, το σύστημα κινητοποιεί άμυνες για να διαχειριστεί το άγχος που αναδύεται. Στην παρούσα συγκυρία, το πρωταρχικό έργο της ψυχοθεραπείας—η δημιουργία και διατήρηση ενός πλαισίου μέσα στο οποίο ο ψυχικός πόνος μπορεί να σκεφτεί και να μεταβολιστεί—συχνά επισκιάζεται από αγωνίες νομιμοποίησης, επιβίωσης και επαγγελματικής ταυτότητας.

Κεντρική σε αυτή τη διεργασία είναι η έννοια του ρόλου. Ο ρόλος του ψυχοθεραπευτή δεν είναι απλώς λειτουργικός· φέρει προσδοκίες, φαντασιώσεις και προβολές κοινωνικής εξουσίας και φροντίδας (Armstrong, 2005). Όταν τα όρια του ρόλου γίνονται ασαφή—όταν δηλαδή το σύστημα δυσκολεύεται να απαντήσει στο ερώτημα ποιος ανήκει και με ποιους όρους—ενεργοποιούνται άγχη απώλειας κύρους, ελέγχου και νοήματος. Αυτά τα άγχη σπάνια εκφράζονται ως συλλογικός στοχασμός· συχνότερα μετασχηματίζονται σε αμυντικές στάσεις.

Στον δημόσιο επαγγελματικό λόγο, αυτή η αμυντικότητα γίνεται ορατή μέσα από πολώσεις και διχοτομικές αφηγήσεις. Η τεχνική γλώσσα χρησιμοποιείται όχι για να φωτίσει την πολυπλοκότητα, αλλά για να οριοθετήσει «καθαρά» στρατόπεδα. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, πρόκειται για διεργασίες διχοτόμησης και προβολής: το σύστημα αποδίδει το άγχος και την απειλή σε συγκεκριμένες ομάδες ή προσεγγίσεις, κατασκευάζοντας «επικίνδυνους άλλους» (Klein, 1946· Hinshelwood & Skogstad, 2000). Η σύγκρουση λειτουργεί καθησυχαστικά, καθώς προσφέρει μια ψευδαίσθηση τάξης, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει τη δυνατότητα σκέψης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ η έννοια της περιέχουσας λειτουργίας. Η οργανωσιακή ψυχαναλυτική βιβλιογραφία έχει δείξει πώς οι θεσμοί μπορούν να λειτουργούν ως δοχεία που περιέχουν, μεταβολίζουν και επιστρέφουν το άγχος σε ανεκτή μορφή (Menzies Lyth, 1988). Όταν το θεσμικό πλαίσιο είναι αντιφατικό ή αδύναμο, αυτή η λειτουργία αποτυγχάνει. Το άγχος δεν συμβολοποιείται· εκφορτίζεται μέσω πράξης και σύγκρουσης, δηλαδή μέσω acting out.

Σε συλλογικά επαγγελματικά όργανα, για παράδειγμα, παρατηρούνται συχνά συζητήσεις που αδυνατούν να παραμείνουν στο έργο τους. Αντί να διερευνηθούν τα όρια, οι ευθύνες και οι δυνατότητες του επαγγέλματος, η ομάδα εγκλωβίζεται σε κύκλους κατηγορίας και άμυνας. Από συστημική-ψυχοδυναμική σκοπιά, πρόκειται για μετατόπιση από λειτουργία έργου σε λειτουργία άμυνας, όπου η σκέψη υποχωρεί υπέρ της ανακούφισης του άγχους (Bion, 1961).

Οι βασικές υποθέσεις που έχουν περιγραφεί στη μελέτη των ομάδων παραμένουν ιδιαίτερα διαφωτιστικές. Η εξάρτηση εμφανίζεται ως προσδοκία ότι ένας νόμος, ένας θεσμός ή μια ρυθμιστική αρχή θα λειτουργήσει ως παντοδύναμος «γονέας» που θα αποκαταστήσει την τάξη. Η επίθεση–φυγή εκδηλώνεται είτε με έντονες αντιπαραθέσεις είτε με αποσυρτικές κινήσεις από τον συλλογικό διάλογο. Η προσδοκία σύζευξης εμφανίζεται ως φαντασίωση ότι μια νέα συμμαχία ή ένα νέο μοντέλο θα «γεννήσει» τη λύση στο μέλλον, μεταθέτοντας το άγχος χρονικά (Obholzer & Roberts, 1994).

Η επαγγελματική αυτή αβεβαιότητα δεν εκτυλίσσεται σε κοινωνικό κενό. Συμπίπτει με μια ευρύτερη συνθήκη παγκόσμιας αστάθειας: πολεμικές συγκρούσεις, γεωπολιτική ρευστότητα, κλιματική απειλή, οικονομική επισφάλεια και διάχυτη απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Τέτοιες συνθήκες ενεργοποιούν πρωτογενή άγχη που δεν παραμένουν εκτός των επαγγελματικών συστημάτων, αλλά τα διαπερνούν και τα φορτίζουν (Hoggett, 2019).

Όταν οι μακρο-κοινωνικές δομές αδυνατούν να λειτουργήσουν ως επαρκή δοχεία ασφάλειας, τα επιμέρους επαγγελματικά συστήματα επιβαρύνονται με υπερβολικές απαιτήσεις περιέχουσας λειτουργίας. Ο ψυχοθεραπευτής καλείται ασυνείδητα να «κρατήσει» όχι μόνο τον ψυχισμό του θεραπευόμενου, αλλά και ένα κομμάτι του συλλογικού άγχους της εποχής. Σε αυτό το πλαίσιο, η αμφισβήτηση του ρόλου συνδέεται με βαθύτερες αγωνίες απώλειας σταθερότητας και νοήματος σε έναν κόσμο που βιώνεται ως απρόβλεπτος (Armstrong, 2005).

Οι διεργασίες αυτές εισβάλλουν και στο κλινικό πεδίο. Οι θεραπευόμενοι φέρνουν ολοένα και συχνότερα αγωνίες που δεν είναι μόνο προσωπικές, αλλά συλλογικές: φόβο για το μέλλον, θυμό απέναντι σε απρόσωπες δομές εξουσίας, αίσθηση αδυναμίας. Όταν ο ίδιος ο θεραπευτής βρίσκεται μέσα σε ένα επαγγελματικό σύστημα που αμφιταλαντεύεται, η ικανότητα για περιέχουσα λειτουργία δοκιμάζεται διπλά. Η αντιμεταβίβαση φορτίζεται όχι μόνο από το υλικό του θεραπευόμενου, αλλά και από το κοινωνικό κλίμα στο οποίο και οι δύο είναι εκτεθειμένοι (Hinshelwood & Skogstad, 2000).

Η ένταση και η σύγκρουση που κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο εξυπηρετούν, ψυχικά, μια κρίσιμη λειτουργία: αποσπούν την προσοχή από την επώδυνη διαπίστωση ότι το επάγγελμα καλείται να ωριμάσει χωρίς απόλυτες εγγυήσεις. Η απώλεια βεβαιοτήτων ενεργοποιεί πρωτογενή άγχη, τα οποία το σύστημα επιχειρεί να αποφύγει μέσω ιδεολογικών καθαροτήτων και επαναλαμβανόμενων αντιπαραθέσεων (Menzies Lyth, 1988· Hoggett, 2019).

Από ψυχαναλυτική και συστημική σκοπιά, δεν προκύπτουν εύκολες λύσεις. Αυτό που αναδύεται είναι η ανάγκη για μια στάση ευθύνης στον ρόλο: άσκηση ορίων χωρίς προσκόλληση σε βεβαιότητες, αντοχή στην αβεβαιότητα και διαρκής δέσμευση στη σκέψη, ακόμη και όταν το σύστημα ωθεί προς βεβιασμένη δράση (Armstrong, 2005). Η εποπτεία, ο αναστοχασμός και η επίγνωση της συλλογικής διάστασης του άγχους καθίστανται εδώ κρίσιμα εργαλεία.

Ο επίλογος δεν μπορεί να είναι καθησυχαστικός. Η αβεβαιότητα δεν αποτελεί παρέκκλιση, αλλά δομικό στοιχείο ενός ζωντανού επαγγέλματος μέσα σε μια ταραγμένη εποχή. Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει ασφάλεια, αλλά αν θα υπάρξει σκέψη. Και αυτό, τελικά, είναι το στοίχημα του ρόλου.

_______

ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ ΟΡΩΝ (GLOSSARY)
  • Πρωταρχικό έργο: ο βασικός λόγος ύπαρξης ενός επαγγέλματος ή οργανισμού.

  • Ρόλος: θέση μέσα σε ένα σύστημα με προσδοκίες, ευθύνες και προβολές.

  • Περιέχουσα λειτουργία: ικανότητα μεταβολισμού του άγχους σε σκεπτόμενη μορφή.

  • Διχοτόμηση / Προβολή: αμυντικές διεργασίες μείωσης του άγχους.

  • Acting out: εκφόρτιση μέσω πράξης αντί σκέψης.

  • Στάση ευθύνης στον ρόλο: άσκηση ορίων με αντοχή στην αβεβαιότητα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ – ΔΗΛΩΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟΥ (DISCLAIMER)

Το παρόν άρθρο αποτελεί θεωρητικό και στοχαστικό κείμενο. Δεν συνιστά νομική, θεσμική ή επαγγελματική γνωμοδότηση ούτε αποσκοπεί στην αξιολόγηση συγκεκριμένων προσώπων ή φορέων. Οι έννοιες και τα παραδείγματα χρησιμοποιούνται για την κατανόηση ψυχολογικών και συστημικών διεργασιών που παρατηρούνται ευρύτερα σε περιόδους αβεβαιότητας και κοινωνικής πίεσης.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bion, W. R. (1961). Experiences in Groups.
Klein, M. (1946). Notes on some schizoid mechanisms.
Menzies Lyth, I. (1988). Containing Anxiety in Institutions.
Armstrong, D. (2005). Organization in the Mind.
Hinshelwood, R. D., & Skogstad, W. (2000). Observing Organisations.
Obholzer, A., & Roberts, V. Z. (1994). The Unconscious at Work.
Hoggett, P. (2019). Climate Change and the Apocalyptic Imagination.

(εικόνα: Piet Mondrian – Broadway Boogie Woogie (1942–43))

Δείτε τα βιβλία μας

Βρες τον Θεραπευτή σου

Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Συμβουλευτικής & Ψυχοθεραπείας - E.I.C.P.