Γράφει: Τσιριγώτης Θεόδωρος
Την ίδια μέρα που τα δικαστήρια άνοιγαν έναν ακόμη κύκλο λογοδοσίας για την τραγωδία στα Δυστύχημα στα Τέμπη, ένα άλλο, λιγότερο θεαματικό αλλά εξίσου ανησυχητικό πεδίο έμενε εκτός κάδρου: η ψυχική υγεία. Εκεί δεν υπάρχουν συντρίμμια να φωτογραφηθούν. Υπάρχει όμως κάτι ίσως πιο επικίνδυνο: η αορατότητα.
Στην Ελλάδα, η ψυχική υγεία λειτουργεί συχνά σαν ένα σύστημα χωρίς πραγματική εποπτεία, με ρόλους συγκεχυμένους και ευθύνες που διαχέονται. Εκπαιδεύσεις χωρίς σαφή θεσμική κατοχύρωση, τίτλοι που δεν ελέγχονται επαρκώς, επαγγελματίες που κινούνται σε ένα θολό πεδίο μεταξύ επιστήμης και αγοράς. Όχι πάντα από πρόθεση· συχνά από αδράνεια, από την ανοχή ενός συστήματος που έμαθε να λειτουργεί χωρίς αυστηρά όρια.
Η δημόσια συζήτηση για τα «πτυχία» –αυθεντικά ή μη– δεν είναι το πρόβλημα. Είναι το σύμπτωμα. Το πρόβλημα είναι ότι για χρόνια δεν τέθηκε με σαφήνεια το ερώτημα: ποιος εκπαιδεύει, ποιος πιστοποιεί, ποιος ελέγχει; Και κυρίως, ποιος προστατεύει τον πολίτη που ζητά βοήθεια;
Στα Δυστύχημα στα Τέμπη, η κοινωνία ήρθε αντιμέτωπη με μια βίαιη αποκάλυψη: ότι τα συστήματα δεν καταρρέουν ξαφνικά. Διαβρώνονται σιωπηλά. Κάτι αντίστοιχο φαίνεται να συμβαίνει και στον χώρο της ψυχικής υγείας. Δεν υπάρχει μία «σύγκρουση». Υπάρχει μια μακρά αλυσίδα μικρών παραλείψεων: ελλιπής εποπτεία, θεσμικά κενά, ανοχή σε γκρίζες ζώνες.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι υπάρχουν προβλήματα. Είναι ότι για χρόνια δεν θεωρήθηκαν επείγοντα. Η ψυχική υγεία αντιμετωπίστηκε ως δευτερεύουσα φροντίδα, σχεδόν πολυτέλεια. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αναπτύχθηκαν πρακτικές που δύσκολα θα επιβίωναν σε πιο αυστηρά ρυθμιζόμενα πεδία, όπως η ιατρική.
Η σύγκριση με τα Τέμπη είναι άβολη. Και ίσως γι’ αυτό είναι χρήσιμη. Όχι για να εξισώσει τραγωδίες, αλλά για να φωτίσει μια κοινή λογική: όταν η ευθύνη γίνεται συλλογικά αόρατη, το ρίσκο γίνεται συλλογικά αποδεκτό.
Στα δικαστήρια, η ευθύνη αναζητείται εκ των υστέρων. Και εκεί αποκαλύπτεται κάτι βαθύτερο: όχι μόνο τι συνέβη, αλλά πώς η ευθύνη μετακινείται.
Κανείς δεν είναι ακριβώς υπεύθυνος — και ταυτόχρονα όλοι είναι λίγο.
Ο ένας παραπέμπει στον άλλον.
Η ευθύνη διαχέεται σε επιτροπές, σε νόμους, σε διαδικασίες.
Και τελικά, χάνει το πρόσωπό της.
Αυτός ο μηχανισμός δεν είναι ξένος στον χώρο της ψυχικής υγείας.
Ο εκπαιδευτικός φορέας παραπέμπει στο ρυθμιστικό πλαίσιο.
Το ρυθμιστικό πλαίσιο παραπέμπει στην ερμηνεία του νόμου.
Ο επαγγελματίας παραπέμπει στην εκπαίδευση που έλαβε.
Και ο πολίτης μένει μόνος να διαχειριστεί τις συνέπειες.
Η διαφορά είναι ότι εδώ δεν υπάρχει σκηνή ατυχήματος. Υπάρχει μια αθόρυβη φθορά: λάθος παρεμβάσεις, καθυστερημένες διαγνώσεις, ψευδείς υποσχέσεις θεραπείας. Δεν σκοτώνουν άμεσα — αλλά διαβρώνουν. Την εμπιστοσύνη, την πορεία ενός ανθρώπου, την ίδια την έννοια της φροντίδας.
Στο επίπεδο της δικαιοσύνης, ο παραλληλισμός γίνεται πιο αιχμηρός.
Όπως και στα Τέμπη, έτσι και εδώ:
η ευθύνη είναι δύσκολο να οριοθετηθεί,
οι διαδικασίες καθυστερούν,
και το αφήγημα μετατοπίζεται από το «ποιος ευθύνεται» στο «τι φταίει γενικά».
Και εκεί, η ευθύνη εξατμίζεται.
Υπάρχει όμως και μια πιο λεπτή, σχεδόν ψυχαναλυτική διάσταση.
Σε συλλογικό επίπεδο, λειτουργεί ένας μηχανισμός άρνησης. Όσο πιο δομικό είναι το πρόβλημα, τόσο περισσότερο αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο περιστατικό. Είναι πιο εύκολο να μιλάμε για «εξαιρέσεις» παρά για ένα σύστημα που δεν ρυθμίστηκε ποτέ επαρκώς.
Έτσι, η ευθύνη προσωποποιείται μόνο υπό πίεση — και αποπροσωποποιείται μόλις αυτή υποχωρήσει.
Και εδώ εμφανίζεται ίσως το πιο κρίσιμο, σχεδόν παράδοξο σημείο.
Σε ένα πεδίο όπου ποτέ δεν ορίστηκε με σαφήνεια τι ακριβώς συμβαίνει —ποιος είναι επαγγελματίας, ποια είναι η εκπαίδευση, ποια είναι τα όρια της πρακτικής— επιχειρείται εκ των υστέρων να οριστεί τι δεν έπρεπε να συμβεί.
Αλλά χωρίς πρωτογενή ορισμό, η απαγόρευση μένει κενή.
Δεν μπορείς να αποδώσεις ευθύνη σε κάτι που δεν έχεις θεσμικά περιγράψει.
Δεν μπορείς να ελέγξεις κάτι που δεν έχεις οριοθετήσει.
Και δεν μπορείς να προστατεύσεις όταν δεν έχεις αποφασίσει τι ακριβώς προστατεύεις.
Έτσι, η δικαιοσύνη καλείται να λειτουργήσει πάνω σε ένα ασαφές πεδίο — να εντοπίσει παραβιάσεις χωρίς σαφώς καθορισμένους κανόνες. Και εκεί, αναπόφευκτα, η ευθύνη διαχέεται ξανά: όχι επειδή δεν υπάρχουν ευθύνες, αλλά επειδή δεν υπήρξε ποτέ ένα σταθερό πλαίσιο για να τις συγκρατήσει.
Σε αυτό το σημείο, ο παραλληλισμός με τα Δυστύχημα στα Τέμπη γίνεται πιο σκληρός:
δεν είναι μόνο ότι κάτι πήγε λάθος·
είναι ότι κανείς δεν είχε ορίσει με ακρίβεια πώς θα έμοιαζε το «σωστό».
Και όταν το «σωστό» δεν έχει οριστεί,
το «λάθος» γίνεται θέμα ερμηνείας —
όχι ευθύνης.
Αποποίηση ευθύνης:
Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο ανήκουν αποκλειστικά στον συγγραφέα και δεν αντανακλούν απαραίτητα τις θέσεις οποιουδήποτε οργανισμού ή φορέα.


