Γράφει: Τσιριγώτης Θεόδωρος
Η 8η Μαρτίου έχει καθιερωθεί ως ημέρα μνήμης των αγώνων των γυναικών για πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Παρά τη σημασία αυτών των αγώνων, η ημέρα συχνά περιορίζεται σε μια επαναλαμβανόμενη δημόσια τελετουργία: δηλώσεις, αφιερώματα, συμβολικές αναφορές στην ισότητα. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη δημόσια γλώσσα παραμένει ένα βαθύτερο ερώτημα που δύσκολα απαντάται με πολιτικούς όρους: τι σημαίνει «γυναίκα» μέσα στον πολιτισμό; Πρόκειται για μια έννοια που δεν εξαντλείται ούτε στη βιολογία ούτε στην κοινωνική θέση. Είναι ταυτόχρονα μια συμβολική κατηγορία, μια ιστορική κατασκευή και μια ψυχική εμπειρία.
Η ψυχανάλυση ήδη από τα πρώτα της βήματα προσπάθησε να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο το φύλο οργανώνεται μέσα στον ψυχισμό. Στη φροϋδική θεωρία, η ταυτότητα του φύλου συγκροτείται μέσα από τις πρώιμες οικογενειακές σχέσεις, τις ταυτίσεις και τις απαγορεύσεις που δομούν το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Μεταγενέστερες ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στις πρώιμες σχέσεις με τη μητέρα και στη συμβολική λειτουργία της γλώσσας. Με αυτόν τον τρόπο, η έννοια της γυναίκας μετατοπίστηκε από ένα βιολογικό δεδομένο σε ένα πεδίο ψυχικών και πολιτισμικών σημασιών.
Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο εντάσσεται και η σκέψη της Julia Kristeva, μιας από τις πιο σημαντικές μορφές της σύγχρονης ευρωπαϊκής θεωρίας. Στο γνωστό δοκίμιό της Women’s Time (1979), η Kristeva επιχειρεί να επανεξετάσει τη σχέση ανάμεσα στον φεμινισμό, την ιστορία και την ψυχανάλυση. Το κείμενο αυτό δεν είναι ένα πολιτικό μανιφέστο αλλά μια προσπάθεια να κατανοηθεί πώς οι πολιτισμοί οργανώνουν την έννοια της γυναίκας μέσα στη γλώσσα, στον χρόνο και στις δομές της υποκειμενικότητας. Η βασική θέση της Kristeva είναι ότι το γυναικείο ζήτημα δεν μπορεί να περιοριστεί στη διεκδίκηση πολιτικών δικαιωμάτων. Η ιστορία του φεμινιστικού κινήματος δείχνει ότι η ισότητα αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή συνθήκη. Οι κοινωνικές δομές μεταβάλλονται, όμως οι βαθύτερες συμβολικές δομές που οργανώνουν την αντίληψη του φύλου συχνά παραμένουν πιο ανθεκτικές. Για να κατανοήσει κανείς τη θέση της γυναίκας πρέπει να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο η έννοια του φύλου εγγράφεται στον συμβολικό κόσμο της κοινωνίας.
Σε αυτό το σημείο η σκέψη της Kristeva συναντά τη λακανική ψυχανάλυση. Ο Jacques Lacan υποστήριξε ότι το υποκείμενο συγκροτείται μέσα στη γλώσσα και στους νόμους που οργανώνουν το συμβολικό σύστημα της κοινωνίας. Το φύλο, επομένως, δεν είναι απλώς μια βιολογική πραγματικότητα αλλά και μια συμβολική θέση μέσα σε ένα δίκτυο σημασιών. Η Kristeva αξιοποιεί αυτή την ιδέα για να δείξει ότι η γυναικεία ταυτότητα δεν μπορεί να νοηθεί έξω από το πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται.
Στο Women’s Time η Kristeva προτείνει μια θεωρητική χαρτογράφηση του φεμινισμού μέσα από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Η πρώτη κατεύθυνση αντιστοιχεί στα κινήματα χειραφέτησης που εμφανίστηκαν από τον 19ο αιώνα και μετά. Σε αυτή τη φάση ο βασικός στόχος ήταν η ισότητα των δικαιωμάτων. Οι γυναίκες διεκδίκησαν πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην εργασία και στη δημόσια ζωή. Η λογική αυτής της διεκδίκησης στηρίζεται στις αρχές του Διαφωτισμού: την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ως πολίτες.
Η δεύτερη κατεύθυνση εμφανίζεται όταν το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την ισότητα στη διαφορά. Σε αυτή τη φάση οι φεμινιστικές θεωρίες αρχίζουν να αναδεικνύουν την ιδιαιτερότητα της γυναικείας εμπειρίας. Το σώμα, η μητρότητα και η γλώσσα αποκτούν κεντρική σημασία. Η γυναίκα δεν παρουσιάζεται πλέον ως απλή παραλλαγή του άνδρα αλλά ως φορέας μιας διαφορετικής εμπειρίας του κόσμου.
Ωστόσο, η Kristeva επισημαίνει ότι αυτή η προσέγγιση ενέχει έναν κίνδυνο. Όταν η γυναικεία εμπειρία παρουσιάζεται ως ουσία, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια νέα μορφή ουσιοκρατίας. Αντί να απελευθερώνεται η έννοια της γυναίκας, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια νέα κανονιστική ταυτότητα.
Για τον λόγο αυτό προτείνει μια τρίτη προοπτική. Σε αυτήν, το φύλο δεν αντιμετωπίζεται ως σταθερή ταυτότητα αλλά ως δυναμική διαδικασία. Το υποκείμενο διαμορφώνεται μέσα από ιστορικές, πολιτισμικές και ψυχικές διεργασίες που μεταβάλλονται συνεχώς. Η γυναίκα δεν είναι μια σταθερή ουσία αλλά μια θέση μέσα στο συμβολικό σύστημα της κοινωνίας. Ένα από τα πιο πρωτότυπα στοιχεία της ανάλυσης της Kristeva είναι η διάκριση ανάμεσα σε δύο μορφές χρόνου. Ο πρώτος είναι ο γραμμικός χρόνος της ιστορίας. Πρόκειται για τον χρόνο της πολιτικής δράσης, των κοινωνικών αλλαγών και της αφήγησης της προόδου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οργανώνεται η δημόσια ζωή των κοινωνιών. Ο δεύτερος είναι ένας διαφορετικός χρόνος, κυκλικός και επαναληπτικός. Συνδέεται με τους ρυθμούς του σώματος και με τις διαδικασίες της ζωής, όπως η γέννηση και η μητρότητα. Η Kristeva δεν παρουσιάζει αυτόν τον χρόνο ως βιολογικό πεπρωμένο των γυναικών. Αντίθετα, τον αντιμετωπίζει ως πολιτισμική μορφή εμπειρίας που έχει ιστορικά συνδεθεί με τη γυναικεία ταυτότητα.
Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν εξεταστεί από ψυχαναλυτική σκοπιά. Στην ψυχανάλυση, το υποκείμενο δεν οργανώνεται μόνο μέσα από τη λογική της συνείδησης αλλά και μέσα από επαναλήψεις, ρυθμούς και ασυνείδητες επιστροφές. Η ψυχική ζωή δεν εξελίσσεται πάντα γραμμικά· συχνά λειτουργεί μέσα από κυκλικές διαδικασίες μνήμης και επιθυμίας.
Η Kristeva ονομάζει το προγλωσσικό αυτό επίπεδο της εμπειρίας semiotic. Πρόκειται για ένα πεδίο σωματικών ρυθμών και συναισθηματικών εντάσεων που προηγείται της γλώσσας αλλά συνεχίζει να λειτουργεί μέσα της. Η ποίηση, η μουσική και η δημιουργική γλώσσα αποκαλύπτουν συχνά αυτή τη διάσταση, επειδή διαταράσσουν τη σταθερότητα της συμβολικής τάξης.
Η ανάγνωση του κειμένου της Kristeva αποκαλύπτει ότι η συζήτηση για το φύλο συχνά παγιδεύεται ανάμεσα σε δύο απλοϊκές θέσεις. Από τη μία πλευρά υπάρχει ο λόγος της καταγγελίας που παρουσιάζει την ιστορία ως αδιάκοπη καταπίεση. Από την άλλη υπάρχει μια επιφανειακή αισιοδοξία που θεωρεί ότι το ζήτημα της ισότητας έχει ήδη λυθεί. Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Οι κοινωνίες αλλάζουν, αλλά οι πολιτισμικές και ψυχικές δομές μετασχηματίζονται με πιο αργούς ρυθμούς. Για τον λόγο αυτό η συζήτηση γύρω από τη γυναικεία ταυτότητα δεν μπορεί να κλείσει με μια οριστική απάντηση.
Ίσως λοιπόν η σημασία της 8ης Μαρτίου να βρίσκεται ακριβώς σε αυτό: όχι στη διατύπωση ενός τελικού ορισμού της γυναίκας, αλλά στην υπενθύμιση ότι το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Η έννοια της γυναίκας συνεχίζει να μετασχηματίζεται μέσα στην ιστορία, μέσα στον πολιτισμό και μέσα στον ίδιο τον ψυχισμό.
Και ίσως αυτή η ανοιχτότητα να είναι τελικά το πιο γόνιμο στοιχείο της.
Βιβλιογραφία
Benjamin, J. (1988). The Bonds of Love: Psychoanalysis, Feminism and the Problem of Domination. New York: Pantheon.
Chodorow, N. (1978). The Reproduction of Mothering. Berkeley: University of California Press.
Freud, S. (1933). New Introductory Lectures on Psychoanalysis. London: Hogarth Press.
Kristeva, J. (1979). Women’s Time. Signs, 7(1), 13–35.
Kristeva, J. (1984). Revolution in Poetic Language. New York: Columbia University Press.
Lacan, J. (1977). Écrits: A Selection. London: Tavistock.
Mitchell, J. (1974). Psychoanalysis and Feminism. London: Penguin.
Irigaray, L. (1977). This Sex Which Is Not One. Ithaca: Cornell University Press.
Butler, J. (1990). Gender Trouble. New York: Routledge.


